Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

''Κυρία αυτά τα παλιά δεν τα ξέρουμε..''

*Παπαδοπούλου Νάντια, Νέα Εκαπιδευτικός-Ειδ.Γραμματέας Ένωσης Κρητών Ν.Σ.


Η σχολική χρονιά τελειώνει και η ΣΤ΄ τάξη θέλησε να αποχαιρετήσει τα 6 χρόνια που έζησε στο Δημοτικό Σχολείο με ένα θεατρικό έργο. Οι μαθητές ξεκινούν να δουλεύουν πάνω στο έργο τους. Ο ενθουσιασμός και η λαχτάρα να υπάρξει το καλύτερο αποτέλεσμα είναι ευδιάκριτοι στα βλέμματά τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών που συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία. Οι πρόβες αρχίζουν και το θεατρικό μας έργο «ντύνεται» από μουσικές και χορογραφίες. Οι συνδυασμοί των κινήσεων αρκετά απαιτητικοί, καθώς είναι επηρεασμένοι από λατινοαμερικάνικους χορούς. Παρ’ όλα αυτά όμως τα παιδιά αντεπεξέρχονται στις προσδοκίες μου και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Λίγες μέρες πριν την παρουσίαση του θεατρικού μας έργου το μόνο που μας έχει απομείνει είναι μια χορογραφία τσάμικου και χασαποσέρβικου. «Τους ελληνικούς χορούς λογικά τους ξέρουν. Άρα τα δύσκολα πέρασαν », σκέφτηκα. Ξεκινάμε το χασαποσέρβικο. Ξαφνικά βλέπω καρφωμένα παιδικά βλέμματα πάνω μου να με κοιτάζουν γεμάτα απορία. «Ελάτε παιδιά, ελάτε να χορέψουμε». «Κυρία αυτά τα ελληνικά δε τα ξέρουμε!!! Είναι πολύ παλιά και δε μας αρέσουν!!!». Αλήθεια πόσο μακρινά φαντάζουν στο μυαλό των παιδιών, η παραδοσιακή ελληνική μουσική και οι παραδοσιακοί μας χοροί; Και εν τέλει που οφείλεται αυτή η απομάκρυνση των νέων από την παράδοση;


Είναι αλήθεια πως πρόκειται για μια σταδιακή απομάκρυνση των νέων από την παράδοση όπως αυτή διαπιστώνεται καθημερινά από τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας οι οποίοι συχνά διατείνονται πως οι νεότερες γενιές αμφισβητούν όλο και περισσότερο τις παραδόσεις και τις απαξιώνουν ως κάτι παρωχημένο και αναχρονιστικό. Οι νέοι όμως είναι ρηξικέλευθοι, έχουν την έμφυτη τάση να αμφισβητούν καθιερωμένες αξίες και να έχουν κριτική στάση απέναντι στα πράγματα και κυρίως απέναντι στις παραδοσιακές, στερεότυπες αντιλήψεις. Αυτή η αντιδικία ανάμεσα στο παλιό και το νέο είναι υγιής έκφραση της ζωής υπό την προϋπόθεση όμως η αμφισβήτηση να είναι γόνιμη, να αποτελεί δηλ. αρνητική κριτική με στοιχεία αντιπροσφοράς.


Υπάρχουν όμως και διευκολυντικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην απομάκρυνση των νέων από την παράδοση και τους οδηγούν στο μιμητισμό και στην ξενομανία. Αρχικά η βιομηχανία του θεάματος και της πληροφόρησης. Τα ΜΜΕ με όπλο τους τη διαφήμιση προβάλλουν ξένα πρότυπα, ιδέες και τρόπους ζωής δημιουργώντας μια μαζική υποκουλτούρα σύμφωνα με την οποία προβάλλεται ως αξία οτιδήποτε διαφημίζεται, πουλιέται και αγοράζεται. Προβάλλεται η ξενομανία, ο μιμητισμός γλωσσικών ιδιωμάτων και ένας τρόπος συμπεριφοράς ,θεώρησης και σκέψης που εξορίζουν κάθε παραδοσιακό στοιχείο, καθετί που αποτελεί συνδετικό κρίκο με το παρελθόν.


Έπειτα ο υλιστικός τρόπος ζωής με κύρια χαρακτηριστικά του την καταναλωτική κοινωνία και τον ατομικισμό, απαξιώνει την παράδοση , τους κοινωνικούς θεσμούς και τις διαπροσωπικές σχέσεις.


Δυστυχώς οι νεότερες γενιές αποκόπτονται από τα πρότυπα ζωής του παρελθόντος καθώς αυτά αναπαράγονται μόνο στην επαρχία και αποβάλλονται σταδιακά από τις μεγαλουπόλεις και τα αστικά κέντρα.


Η ανάγκη λοιπόν της επανασύνδεσης των νέων με την παράδοση είναι επιτακτική. Kαι αυτή η επανασύνδεση πρέπει να ξεκινήσει από το σχολείο, από εμάς τους εκπαιδευτικούς. Εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να μεταλαμπαδεύσουμε στις νεότερες γενιές τις παραδοσιακές αξίες. Φυσικά δεν πρέπει να φτάσουμε στο άλλο άκρο της προγονοπληξίας. Οι νέοι πρέπει να έρθουν σε επαφή με τα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής των προγόνων τους. Πώς θα γίνει αυτό; Όχι φυσικά με βαρετές επισκέψεις σε λαογραφικά και αρχαιολογικά μουσεία, ούτε με άσκοπες θεωρητικές συζητήσεις περί της κουλτούρας και της παράδοσης . Η επαφή των νέων με την παράδοση πρέπει να αποκτήσει βιωματικό χαρακτήρα. Ας χορέψουμε και ας τραγουδήσουμε με τους μαθητές μας, ας παίξουμε στην αυλή παιχνίδια που έχουν ξεχαστεί, ας διασκεδάσουμε μαθαίνοντας !!

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

''Η Εκπαίδευση αναζητά ταυτότητα...''


*Μακράκης Γιώργος-Νέος Εκπαιδευτικός

Η Εκπαίδευση σε κάθε σύγχρονη κοινωνία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Το μορφωτικό κεφάλαιο, η κουλτούρα, η στάση ζωής, η ανάπτυξη και η ευημερία μιας χώρας καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο ποιοτική Εκπαίδευση παρέχει στους πολίτες της. Είναι ένα δημόσιο και κοινωνικό αγαθό γι' αυτό και κάθε Πολιτεία αναλαμβάνει την οργάνωση, την λειτουργία και την αποτελεσματικότητά της.

Στη χώρα μας, δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια δεν είχε διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο στόχων για το ''τι Παιδεία θέλουμε''. Δεν ακολουθήθηκε μια ενιαία θεσμική μεταρρυθμιστική πολιτική σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης παρά μόνο αποσπασματικές ρυθμίσεις, οι οποίες φυσικό επακόλουθο ήταν να μη λύνουν προβλήματα αλλά να τα διογκώνουν.
Οι εκάστοτε κυβερνήσεις που ήταν και υπεύθυνες για την χάραξη πολιτικής σ΄ αυτόν τον ευαίσθητο τομέα δεν έδωσαν ποτέ τα απαραίτητα χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό για την εξέλιξη και αναβάθμιση της Παιδείας. Δεν δημιούργησαν ποτέ ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και όραμα για την Εκπαίδευση. Δεν την αντιλήφθηκαν ποτέ ως πεδίο ολόπλευρης ανάπτυξης τόσο του κάθε πολίτη ξεχωριστά όσο και της ίδια της χώρας.
Αντίθετα, παρέμειναν εγκλωβισμένοι σε κομματικές πρακτικές, όπως το συνηθισμένο ελληνικό φαινόμενο όποια κυβέρνηση εκλέγεται να κάνει αλλαγές απλά για να δείξει τη διαφορετικότητά της από την προηγούμενη .Με λίγα λόγια, μεταρρυθμίσεις για την μικροπολιτική σκοπιμότητα και όχι για την Εκπαίδευση. Αντιμετώπισαν την Παιδεία όχι από τη σωστή της δομική βάση, δηλαδή "από κάτω προς τα πάνω'' αλλά αντίστροφα. Ολοφάνερο παράδειγμα οι συνεχείς αλλαγές στις εισαγωγικές εξετάσεις για τα Πανεπιστήμια λες και από 'κει ξεκινούσε το πρόβλημα.
Βέβαια, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στα πολιτικά κόμματα διότι ορισμένες φορές και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων και ακολούθησαν λαθεμένες επιλογές. Αλλά και 'μεις πολλές φορές, ως πολίτες, υποβαθμίσαμε ή απαξιώσαμε τις δυνατότητες του δημόσιου σχολείου και πανεπιστημίου.
Όλα τα παραπάνω και αρκετά ακόμη οδήγησαν την ελληνική Εκπαίδευση χωρίς σαφή προσανατολισμό, χωρίς ταυτότητα.

Ήρθε όμως η στιγμή να εισέλθουμε στο παρόν. Το τελευταίο διάστημα με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας είχαμε βασικές μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Εκπαίδευσης και κυρίως στην πρώτη βαθμίδα.
Οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ίσως για πρώτη φορά η Εκπαίδευση στην Ελλάδα προσεγγίζεται ενιαία και όποιες αλλαγές γίνονται, πραγματοποιούνται με βασικό γνώμονα την σύνδεση των βαθμίδων της Εκπαίδευσης.
Συγκεκριμένα, βασικές μεταρρυθμίσεις είναι:
  • Το Νέο Σχολείο που οριοθετεί ένα σχολείο ανοικτό, σύγχρονο, ψηφιακό το οποίο θα παρέχει κρατική πιστοποίηση στην αγγλική γλώσσα και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ένα σχολείο που θα δίνει έμφαση στη Γλώσσα, τα Μαθηματικά, την Λογοτεχνία και στον Πολιτισμό.
  • Καθιερώνεται ως μοναδικός τρόπος μονιμοποίησης των εκπαιδευτικών ο ΑΣΕΠ. Από την στιγμή που όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι θα διορίζονται μέσω του ΑΣΕΠ εύλογα μπορεί να πει κανείς πως το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για του εκπαιδευτικούς. Εδώ όμως τίθενται δύο ερωτήματα: Γιατί να αλλάξει το υπάρχον σύστημα (ΑΣΕΠ-Πίνακας προϋπηρεσίας) καθώς λειτουργούσε χωρίς προβλήματα αδιαφάνειας και διαβλητότητας; Γιατί, αφού αποφασίστηκε αυτή η αλλαγή, δεν έδωσε μεγαλύτερο χρονικό μεταβατικό στάδιο στους αδιόριστους εκπαιδευτικούς που είχαν διαφορετικό προγραμματισμό σύμφωνα με το απερχόμενο σύστημα πρόσληψης;
  • Η αναβάθμιση του ολοήμερου σχολείου με την εφαρμογή ενός νέου προγράμματος με απώτερο στόχο ''η τσάντα να μένει στο σχολείο''. Ήδη από τη νέα σχολική χρονιά θα λειτουργήσουν 800 πιλοτικά ολοήμερα σχολεία και από την μεθεπόμενη υποχρεωτικά σε όλες τις σχολικές μονάδες. Και εδώ ωστόσο προκύπτει το ερώτημα: Πώς μπορεί να εφαρμοστεί, σίγουρα ένα αναδιαμορφωμένο και καινοτόμο πρόγραμμα χωρίς τις απαραίτητες υλικοτεχνικές υποδομές (ευρύχωρες τάξεις, αίθουσες υπολογιστών κλπ ) και χωρίς εκπαιδευτικό προσωπικό;
  • Η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας είναι ένα ζήτημα που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι η εκπαιδευτική κοινότητα δεν φοβάται την αξιολόγηση αντίθετα την επιθυμεί. Μια αξιολόγηση, όμως, για να υλοποιηθεί ορθά και να αξιοποιήσουμε τα θετικά της στοιχεία πρέπει τα σχολεία να έχουν ίσες ευκαιρίες και επαρκώς εξοπλισμένα. Επιπλέον, η αξιολόγηση να μη στοχεύει στην κατηγοριοποίηση και σύγκριση των σχολικών μονάδων αλλά να εντοπίζονται οι αδυναμίες και εν συνεχεία να βελτιώνονται με τις απαραίτητες παρεμβάσεις. Μια αξιολόγηση, λοιπόν, ποιοτική και όχι ποσοτική. Συνεπώς, πώς είναι δυνατό να εφαρμοστεί η αξιολόγηση χωρίς τις απαραίτητες υποδομές και δίχως να έχει αποσαφηνιστεί με ακρίβεια ο σκοπός και οι επιμέρους στόχοι της;
  • Η θεσμοθέτηση του ''Μέντορα" έχει , δικαιολογημένα, προκαλέσει αντιδράσεις. Ο μέντορας, που θα είναι εκπαιδευτικός με μεγάλη διδακτική εμπειρία και συνήθως θα βρίσκεται στο σχολείο που υπηρετεί και ο δόκιμος εκπαιδευτικός, αναλαμβάνει να τον καθοδηγεί και στο τέλος της διετούς δοκιμής θα αξιολογείται από μια επιτροπή, χωρίς ωστόσο να έχει διευκρινιστεί από ποιους θα αποτελείται και ποιοι θα τους διαλέγουν. Αυτή η ρύθμιση, πέρα από την προχειρότητά της, κινείται και σε λάθος κατεύθυνση. Ο νέος εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται ''μέντορες'' αλλά ουσιαστική επιμόρφωση και υποστήριξη.
Πέρα από τις παραπάνω ρυθμίσεις έχει ανακοινωθεί η μείωση της ύλης, στα θετικά μαθήματα, από την Πέμπτη Δημοτικού έως την Πρώτη Λυκείου, γεγονός που ανακουφίζει εκπαιδευτικούς και μαθητές καθώς τα τελευταία χρόνια υπήρχε υπερφόρτωση και τεράστια ύλη στα σχολικά βιβλία.

Επίσης, στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έχουν τεθεί σημαντικοί στόχοι όπως, το ολοήμερο γυμνάσιο και η επανεξέταση του θεσμού των Πανελλαδικών εξετάσεων στο Λύκειο. Επιπλέον, επίκεινται αλλαγές και στο πλαίσιο λειτουργίας των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων.
Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι αλλαγές αυτές πραγματοποιούνται μέσα σ' ένα δυσοίωνο οικονομικό περιβάλλον για τη χώρα μας.
Η μεταρρύθμιση στην Παιδεία απαιτεί επαρκείς υλικοτεχνικές υποδομές , πρόσληψη εκπαιδευτικών ,άρα και σημαντική χρηματοδότηση.
Αντί αυτού βλέπουμε ότι στις τάξεις αυξάνεται το όριο μαθητών στους τριάντα, συγχωνεύονται αρκετά τμήματα και σχολεία, μειώνεται η πρόσληψη μόνιμων εκπαιδευτικών και αναπληρωτών, ενώ παράλληλα πολλές από τις θεσμικές αλλαγές που αφορούν τους εκπαιδευτικούς είναι άστοχες και καλλιεργούν την αβεβαιότητα.
Εύλογα, λοιπόν, κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: Πώς θα γίνουν πράξη σημαντικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις που κοστίζουν χωρίς χρήματα , μείωση των προσλήψεων και με τους εκπαιδευτικούς θιγμένους από τις θεσμικές ανατροπές που τους αφορούν;
Η Εκπαίδευση στη χώρα μας τελικά θα βρει το βηματισμό της ή θα συνεχίσει να αναζητά την ταυτότητά της και για τα τα επόμενα χρόνια;
Ας ελπίσουμε, επιτέλους, η Εκπαίδευση να αποτελέσει μια σοβαρή εθνική επένδυση με σαφείς βραχυπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους. Να κατανοήσουμε πως η Δημόσια Ποιοτική Εκπαίδευση είναι πρωταρχική προϋπόθεση για την βιώσιμη ανάπτυξη.
Επομένως, η επόμενη περίοδος για την Παιδεία είναι αρκετά κρίσιμη και όσοι φορείς εμπλέκονται μ' αυτήν οφείλουν να δείξουν υπευθυνότητα , σύνεση, ρεαλισμό και όραμα.


"Η εκπαίδευση είναι πράξη αγάπης και γι' αυτό είναι πράξη κουράγιου.
Δεν φοβάται την ανάλυση της πραγματικότητας, ούτε αποφεύγει τη δημιουργική συζήτηση ακόμα και με τον κίνδυνο αυτοαποκαλυφθεί ως παρωδία." (Paulo Freire)

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

''Η επιστήμη της Κοινωνιολογίας και ο ρόλος της στην ελληνική πραγματικότητα''

*Νίκη Παρασύρη-Νέα Κοινωνιολόγος

Μια ενδιαφέρουσα αλλά όχι και τόσο διαδεδομένη, στα ελληνικά τουλάχιστον πλαίσια, είναι η επιστήμη της Κοινωνιολογίας, η οποία σε άλλες χώρες αποτελεί μια από τις προτεραιότητες των νέων σε επαγγελματικό επίπεδο.
Η Κοινωνιολογία ορίζεται ως μια επιστήμη η οποία μελετά και επιδιώκει να κατανοήσει και να εξηγήσει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της κοινωνίας, παρατηρώντας φαινόμενα, μελετώντας κανονικότητες, ανακαλύπτοντας νόμους και επισημαίνοντας τυποποιήσεις, κατηγοριοποιήσεις, πολυπλοκότητες, δράσεις, αλληλοδράσεις και εξελεικτικές δυνάμεις. Ειδικότερα μελετά, τις κοινωνικές ομάδες, τους κοινωνικούς θεσμους, τους κοινωνικούς ρόλους καθώς και τους κανόνες, τις αξίες, τις ιδέες, τις αντιλήψεις τις γνώσεις κ.λπ. που υπάρχουν, λειτουργούν και νομιμοποιούν την πολυπλοκότητα των σχέσεων, των δράσεων, των αντιδράσεων, των αντιθέσεων και των συνθέσεων που εκδηλώνονται σε κάθε κοινωνική οργάνωση. Όπως και κάθε άλλη επιστήμη, έχει αναπτύξει ειδικές μεθοδολογίες ή τεχνικές έρευνας και διεύρυνσης του γνωστικού πεδίου και των ερμηνευτικών εργαλείων της. Η κοινωνία και ο άνθρωπος στις συλλογικές του δράσεις, που αποτελούν το βασικό αντικείμενο της κοινωνιολογίας, είναι εξαιρετικά μεταβλητές οντότητες και απαίτουν διαρκή έρευνα και αναπροσαρμογή των υποθέσεων και των σχετικών αξιωμάτων. Ως επιστήμη είναι σχετικά νέα και αναπτύχθηκε τον 19ο αι., εξετάζοντας τους κοινωνικούς κανόνες που συνδέουν και διαχωρίζουν τους ανθρώπους όχι μόνο ως άτομα αλλά ως μέλη ομάδων, οργανώσεων και θεσμών. Αναλύοντας την ιστορικά, διακρίνει κανείς μια σείρα γεγονότων που συνδέονται με την 'γέννηση' του αντικείμενου. 'Ενα από αυτά είναι ο Διαφωτισμός, ως ιδεολογική επανάσταση του 18ου αι., καθως και η Γαλλική επανάσταση, έθεσαν την Κοινωνιολογία στη σημερινή της μορφή.
Στη διεθνή κοινότητα έχουν καταγραφεί πολυάριθμοι εξειδικευμένοι κλάδοι της επιστήμης της Κοινωνιολογίας. Στην Ελλάδα επί του παρόντος δεν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες για την εκπαίδευση, την επέκταση της έρευνας ή γνώσεις για τις εφαρμογές των ανάλογων εξειδικευμένων κλάδων της. Αρκετοί από τους κλάδους της συνδέονται με το γνωστικό πεδίο συναφών επιστημών όπως είναι η κοινωνική ανθρωπολογία, η κοινωνική ψυχολογία, η εγκληματολογία, η κοινωνική ιστορία, τα οικονομικά και η πολιτική επιστήμη.
Ευρύτεροι κλάδοι στην Ελλάδα είναι :

* Κοινωνιολογία της οικογένειας
* Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης
* Κοινωνιολογία του κοινωνικού αποκλεισμού
* Κοινωνιολογία του φύλλου
* Κοινωνιολογία των Μ.Μ.Ε.
* Πολιτική Κοινωνιολογία
* Αγροτική Κοινωνιολογία
* Αστική Κοινωνιολογία
* Βιομηχανική Κοινωνιολογία
* Κοινωνιολογια της θρησκείας

Ευρύτεροι εξειδικευμένοι κλάδοι είναι :

* Κοινωνιολογία του αθλητισμού
* Κοινωνιολογία της νεολαίας
* Κοινωνιολογία της τέχνης
* Κοινωνιολογία του δικαίου
* Κοινωνιολογια της ισότητας κ.α.

Σπουδές και στόχοι : Στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Ελλάδας λειτουργούν 3 τμήματα Κοινωνιολογίας, τα οποία στοχεύουν στη συστηματική μελέτη της κοινωνίας, των κοινωνικών θεσμών και των δομών της. Μελετούν την διαδικασία συγκρότησης και μεταβολής της δομής της ανθρώπινης κοινωνίας. Εστιάζουν, επίσης, στην κατανόηση της κοινωνικής συμπεριφοράς, ενώ διευρύνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σημερινός άνθρωπος ως μέλος του κοινωνικού περιβάλλοντος. Τέλος, καλλιεργούν τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται σήμερα για την διερεύνηση των κοινωνικών φαινομένων. Στο παραπάνω πλαίσιο εκπαιδεύονται κοινωνιολόγοι επιστήμονες ικανοί να επεξεργάζονται συστηματικά τόσο τις επιστημονικές όσο και τις τρέχουσες αντιλήψεις γαι τα κοινωνικά προβλήματα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν ως επαγγελματίες.
Επαγγελματικές προοπτικές : Τα επαγγελματικά δικαιώματα των κοινωνιολόγων κατοχυρώθηκαν μόλις την 01/10/2009 με Προεδρικό Διάταγμα με αριθμό 159, ΦΕΚ 199 01.10.2009, ΤΕΥΧΟΣ Α. "Οι πτυχιούχοι κοινωνιολόγοι του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, του Πανεπιστημίου Κρητης και του Πανεπιστημίου Αιγαίου, δύνανται με βάση τις γενικές και εξειδικευμένες γνώσεις που απέκτησαν κατά την διάρκεια των σπούδων τους να απασχολούνται τόσο ως ελεύθεροι επαγγελματίες όσο και ως μισθωτοί με οποιαδήποτε σχέση εργασίας."
Ωστόσο πολλά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνιολόγοι στην αγορά εργασίας. Παρόλο που έχουν το δικαίωμα πλεον να εργαστούν θεωρητικά σχεδόν παντού όπως σε δημόσιες υπηρεσίες, στον ιδιωτικό τομέα, σε οργανισμούς και φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού φορέα, σε μη κηβερνητικούς ορανισμούς, στην έρευνα, σε σωματεία και συνδικάτα όλων των βαθμίδων, στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφάλειας, στα σωφρονιστικά ιδρύματα της χώρας, ως σύμβουλοι-αναλυτές και εμψυχωτές κοινωνικής επανένταξης αποφυλακισμένων και ατόμων σε φάση αποτοξίνωσης, στα Μ.Μ.Ε.,στην 1οβαθμια-2οβαθμια και 3οβαθμια εκπαίδευση κ.α...., παραμένουν άνεργοι.....
Το φαινόμενο της ανεργίας, οπως εκδηλώνεται σε αυτόν τον κλάδο, αποτελεί δείγμα σοβαρής κοινωνικο-οικονομικής κρίσης και κατάφωρης κοινωνικής αδικίας γεννώντας άπειρα κοινωνικά, ηθικά και ανθρωπιστικά προβλήματα. Το επάγγελμα του κοινωνιολόγου έχει υποτιμηθεί, έχει παραμεριστεί, έχει αγνοηθεί απο το κοινωνικο-πολιτικό σύστημα. Η πολιτεία θα πρέπει να μεριμνήσει για την προώθηση πιο αποτελεσματικών μέτρων, πιο σωστό επαγγελματικό προσανατολισμό σε συνδυασμό με την κατάλληλη κοινωνική πολιτική. Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας πάνω στο αντικειμενό τους, θα αποτελούσε μια ανάσα για τον κλάδο των κοινωνιολόγων, έχοντας ως δεδομένο οτι 1 στους 5 πτυχιούχους ειναι άνεργος, ενώ από όσους εργάζονται το 70% δηλώνουν οτι το επάγγελμά τους έχει από καμία έως ελάχιστη σχέση με τις σπουδές τους.