Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

To υπόμνημα του Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε.προς την Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής



Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. σε όλη του την πορεία, με στόχο την ανάδειξη και επίλυση των προβλημάτων της εκπαίδευσης, δίνει πάντα το «παρών» σε κάθε διαδικασία δημόσιας συζήτησης, ανταλλαγής απόψεων,  αντιπαράθεσης και μάχεται με όλο τον κλάδο των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης υπέρ της δημόσιας, δωρεάν παιδείας με αγώνες σκληρούς.
Η ανταπόκρισή του στην πρόσκληση από την Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής για την παρουσίαση των απόψεων και των θέσεων των Κλάδου, είναι μια ενέργεια που εντάσσεται στην παραπάνω πορεία δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχει έντονος προβληματισμός και αμφισβήτηση της όλης διαδικασίας.
Ο κατ’ ευφημισμό «εθνικός διάλογος» τον οποίο έχει ανοίξει η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας με μεγαλοστομίες και καλλιέργεια προσδοκιών για την κοινωνία σ’ ένα τοπίο διάλυσης και απόλυτης υποβάθμισης (από την πλευρά των κυβερνώντων) της δημόσιας εκπαίδευσης, είναι ολοφάνερα προσχηματικός. Η επιλογή των συμμετεχόντων στις επιτροπές με κλειστές, κομματικές διαδικασίες, η επιδέξια ανάδειξη απόψεων «λαγών» (π.χ. άρθρο του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ κ. Τριανταφυλλίδη, απόψεις ομάδας R.E.N.), οι συζητήσεις μικρών ομάδων ξένων προς την εκπαιδευτική πράξη, είναι μερικά μόνο παραδείγματα.
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. δεν πέφτει στην παγίδα της συναίνεσης σε μια στημένη θεατρική παράσταση για τα μάτια της απελπισμένης κοινωνίας ούτε όμως και της «εύκολης» και βολικής, για την κυβέρνηση, αποχής από την ανάδειξη των προβλημάτων και την κατάθεση προτάσεων.
Στο πλαίσιο αυτό καταθέτουμε την αγωνία, τον προβληματισμό και τις προτάσεις του Κλάδου των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, κάτι που θα πράξουμε και με την παρουσία μας στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής αλλά και κάθε φορά που θα μας δίνεται η δυνατότητα (όπως πάντα πράττουμε) αφού δεν θέλουμε να δίνουμε άλλοθι σε καμιά κυβέρνηση για τις αντιεκπαιδευτικές πολιτικές της.
 Τονίζουμε το γεγονός ότι η όλη συζήτηση γίνεται σε μια εποχή όπου έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή το νέο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, μισθολόγιο άγριων περικοπών αποδοχών (που προσωρινά αποκρύπτονται με το τέχνασμα της προσωπικής διαφοράς) και εμπαιγμού των νεότερων εκπαιδευτικών των οποίων η μισθολογική εξέλιξη «ξεπάγωσε» στιγμιαία για να «ξαναπαγώσει» επ’ αόριστον . Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί έχουν δει τα τελευταία χρόνια το 40% των αποδοχών τους να χάνονται για πάντα και παραμένουν από τους χαμηλότερα αμειβόμενους εκπαιδευτικούς στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή οι νέοι αντιασφαλιστικοί σχεδιασμοί της κυβέρνησης που αναμένουν τις ακόμα σκληρότερες παρεμβάσεις των «θεσμών» καταδικάζουν όλους τους εργαζόμενους σε συντάξεις πείνας που θα χορηγούνται στα βαθιά γεράματα. Οι εκπαιδευτικοί δεν αποτελούν εξαίρεση. Ας αναλογιστεί η πολιτεία την εκπαίδευση που θα απολαμβάνουν οι μαθητές από εκπαιδευτικούς με χαμηλότατο βιοτικό επίπεδο και υπερήλικες… Οι αγώνες των εργαζομένων θα ανατρέψουν τις απαράδεκτες αυτές πολιτικές.

Δαπάνες για την Παιδεία     
Τα τελευταία χρόνια, με πρόσχημα την επιβολή των μνημονίων αλλά σε συνέχεια της πολιτικής φθίνουσας χρηματοδότησης της Δημόσιας Παιδείας, οι δαπάνες για την Παιδεία μόλις που ξεπερνούν το 2% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι από τις τελευταίες χώρες της Ε.Ε. σε δαπάνες για την εκπαίδευση. Τα ελάχιστα χρήματα που διατίθενται για την Παιδεία οδηγούν σε μαρασμό τη δημόσια εκπαίδευση.
Καμία δαπάνη για σχολική στέγη, εγκατάλειψη των υφιστάμενων υποδομών, χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων (όταν φτάνει σε αυτές μετά από καθυστερήσεις και «περικοπές» στα γρανάζια των διαδικασιών των Ο.Τ.Α.) με ψίχουλα που δεν αρκούν ούτε για την εξόφληση των λογαριασμών των Δ.Ε.Κ.Ο. και τη θέρμανση, πόσο δε για τον αξιοπρεπή εξοπλισμό των σχολείων με τα απολύτως απαραίτητα υλικά, είναι ο καθρέφτης της «στήριξης» του δημόσιου σχολείου από την πολιτεία.
Η λύση είναι μία και δεν αποτελεί αντικείμενο διαλόγου αλλά είναι αυτονόητη. Η κυβέρνηση οφείλει να αυξήσει τώρα τις δαπάνες για την Παιδεία - μέχρι και 5% του ΑΕΠ, να μεριμνήσει για έκτακτα κονδύλια ώστε να καλυφθούν οι λειτουργικές ανάγκες των σχολείων καθώς και για την ορθολογική κατανομή των κοινοτικών πόρων ιδιαίτερα για θεσμούς που αφορούν στην Π.Ε., τη σημασία και την αξία της οποίας όλοι αναγνωρίζουν και αποδέχονται. Η στήριξη του δημόσιου σχολείου από την πολιτεία δεν θα έπρεπε να καταγράφεται σήμερα ως πρόβλημα αλλά να είναι κάτι αυτονόητο.

Μηδενικοί διορισμοί στην εκπαίδευση
Τη στιγμή αυτή καταγράφονται πάνω από 2.000 κενά εκπαιδευτικών στην Π.Ε.. Ελάχιστες πιστώσεις έχουν απομείνει ενώ όσες διατέθηκαν μέχρι σήμερα ήταν κυρίως μέσα από τα προγράμματα ΕΣΠΑ κάτι που σημαίνει ελαστική εργασία, περιορισμοί στην τοποθέτηση εκπαιδευτικών (π.χ. δάσκαλοι μόνο στο ολοήμερο), αδυναμία σωστού εκπαιδευτικού σχεδιασμού, αφού η εξασφάλιση των πιστώσεων για αναπληρωτές είναι πάντα μια διαδικασία ασταθής και με πολλές καθυστερήσεις. Την ίδια στιγμή η πολιτική ηγεσία επιχειρεί να τοποθετήσει το πρόβλημα στη βάση της κακής οργάνωσης σε επίπεδο σχολικής μονάδας βάζοντας στο στόχαστρο ακόμα και την ενισχυτική διδασκαλία προς όφελος των μαθητών που δεν τυγχάνουν της, οφειλόμενης από την πολιτεία, στήριξης με το απαραίτητο προσωπικό και τις ανάλογες δομές.
Η εικόνα της διάλυσης με τα χιλιάδες κενά, που από την έναρξη της σχολικής χρονιάς μέχρι σήμερα είναι το μόνιμο σκηνικό για την εκπαιδευτική διαδικασία, καταδεικνύει, πέρα από την κάκιστη οργάνωση από την πλευρά του Υπουργείου, την άμεση ανάγκη για διορισμό μόνιμων εκπαιδευτικών. Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση υπάρχει άμεση ανάγκη για την πρόσληψη χιλιάδων εκπαιδευτικών με μόνιμη σχέση εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία τετραετία αποχώρησαν από την Π.Ε. 9.000, περίπου, εκπαιδευτικοί και προσλήφθηκαν μόνο 282 (οι διορισμοί τα 3 τελευταία χρόνια ήταν μηδενικοί). Η ανεργία των εκπαιδευτικών διογκώνεται και εκπαιδευτικοί που εργάζονταν επί σειρά πολλών ετών, φέτος έχουν παραμείνει άνεργοι. Αυτό είναι το θλιβερό αποτέλεσμα της ολέθριας πολιτικής επιλογής όλων των μνημονιακών κυβερνήσεων να μην πραγματοποιούν διορισμούς μόνιμου προσωπικού αλλά να «επενδύουν» στη φθηνότερη και πιο βολική ελαστική εργασία. Επιβάλλεται να γίνουν άμεσα μόνιμοι διορισμοί στα οργανικά κενά και πρόσληψη όλων των απαραίτητων αναπληρωτών στα λειτουργικά.
Θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα το γεγονός ότι υπάρχουν χιλιάδες συνάδελφοί μας οι οποίοι εργάζονται πάνω από δεκατρία χρόνια ως αναπληρωτές στην Ειδική Αγωγή και προσφέρουν στον, εγκαταλελειμμένο από την πολιτεία, αυτό τομέα με αυταπάρνηση και εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Το ίδιο ισχύει για όλους τους, επί σειρά ετών, εργαζόμενους ως αναπληρωτές ή ωρομίσθιους. Είναι, επίσης, απαραίτητο να υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις της απελθούσης πολιτικής ηγεσίας για την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας των αναπληρωτών για όλο το χρονικό διάστημα 2010 – 2014 σύμφωνα με τις θέσεις του Κλάδου μας αλλά και της ρύθμισης σειράς ζητημάτων που έχουν να κάνουν με τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς (άδειες, περίθαλψη, επίδομα θέσης ευθύνης, κλπ.) στην κατεύθυνση της κατοχύρωσης ίδιων δικαιωμάτων για μόνιμους και αναπληρωτές εκπαιδευτικούς.
Οι εξαγγελίες του κ. Υπουργού Παιδείας για πραγματοποίηση 20.000 διορισμών μέχρι το 2018 έχουν καθαρά επικοινωνιακό χαρακτήρα αφού καμία εγγραφή για διορισμούς δεν υπάρχει στον προϋπολογισμό. Αρκεί να αναφερθεί ότι στην επιτροπή για τους διορισμούς και τις υπηρεσιακές μεταβολές που λειτουργεί στο Υπουργείο Παιδείας (με τη συμμετοχή εκπροσώπων και από τη Δ.Ο.Ε. και την Ο.Λ.Μ.Ε.) παρά την απαίτησή μας να ανακοινώσει η πολιτική ηγεσία το σχεδιασμό της για πραγματοποίηση διορισμών δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία συζήτηση ή ανακοίνωση και το μόνο που έχει ειπωθεί σε σχέση με το θέμα, είναι η φράση «το παλεύουμε», γεγονός που η Δ.Ο.Ε. το έχει καταγγείλει. 
Το Υπουργείο οφείλει να προχωρήσει άμεσα στο μόνιμο διορισμό όλων των ελαστικά, ως τώρα, εργαζόμενων εκπαιδευτικών με τη μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων στην εκπαίδευση χωρίς όρους και προϋποθέσεις,  θέτοντας τέρμα στην ταλαιπωρία και την αγωνία τόσων ετών. Είναι σαφές ότι αυτό που χρειάζεται είναι η πολιτική βούληση.

  Οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών ειδικοτήτων
Ανοιχτό παραμένει επίσης το ζήτημα των οργανικών θέσεων για τους εκπαιδευτικούς ειδικοτήτων. Οι άδικες, μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες,  δίχως κανένα εκπαιδευτικό προγραμματισμό, «υποχρεωτικές» μετατάξεις εκπαιδευτικών από τη Δευτεροβάθμια στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση (επί υπουργίας κ. Αρβανιτόπουλου και κ. Λοβέρδου) δημιούργησαν πρόσθετα προβλήματα στο χώρο της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και στους λειτουργούς της. Στη διάρκεια της θητείας των κ.κ. Μπαλτά και Κουράκη πραγματοποιήθηκε διάλογος ο οποίος, πέρα από το ότι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, δημιούργησε νέα αναστάτωση και αντιπαραθέσεις στην εκπαιδευτική κοινότητα ενώ ακόμη και σήμερα εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες (και στο ΣτΕ για το θέμα αυτό).
Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι είναι επιβεβλημένη η  άρση όλων των αδικιών που δημιούργησε αυτή η πρωτοφανής κατάσταση και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει άμεσα να προχωρήσει στην απόδοση οργανικών θέσεων για εκπαιδευτικούς ειδικοτήτων, σύμφωνα με την καταγραφή των αναγκών που πραγματοποιήθηκε από τις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης την άνοιξη του 2015 αλλά, δυστυχώς, έμεινε ατελής αφήνοντας χιλιάδες εκπαιδευτικούς στην εργασιακή αβεβαιότητα και αγωνία. Είναι και αυτό ένα από τα βασικά ζητήματα που θέτει η Δ.Ο.Ε. στις εργασίες της επιτροπής για τους διορισμούς και τις υπηρεσιακές μεταβολές που λειτουργεί στο Υπουργείο Παιδείας δίχως να έχει πάρει μέχρι σήμερα καμία απολύτως ουσιαστική δέσμευση.

Αξιολόγηση
Η Διδασκαλική Ομοσπονδία μέσα από τις αποφάσεις των Γενικών της Συνελεύσεων καθώς και από αυτές του Διοικητικού Συμβουλίου της, έχει, με συνέπεια και υπευθυνότητα εκφράσει τις θέσεις του κλάδου των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για την αξιολόγηση. Την αξιολόγηση ως ανατροφοδοτική, γνήσια παιδαγωγική διαδικασία ουσιαστικής αποτίμησης τόσο του εκπαιδευτικού έργου, όσο και συνολικά της εκπαιδευτικής πολιτικής, μιας αποτίμησης από τα «κάτω» που θα πραγματοποιείται από τους εκπαιδευτικούς συλλογικά και όχι από μονοπρόσωπα όργανα και θα έχει ως στόχο την ανίχνευση των προβλημάτων και το σχεδιασμό των αναγκαίων παρεμβάσεων στην κατεύθυνση της ουσιαστικής ενίσχυσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. με όλες τις ενέργειες και τις αποφάσεις του έχει κινηθεί στην κατεύθυνση της ανάδειξης της αντίθεσης του Κλάδου των εκπαιδευτικών στην εφαρμογή της αξιολόγησης που χειραγωγεί, κατηγοριοποιεί σχολεία και εκπαιδευτικούς και οδηγεί στη μισθολογική – βαθμολογική καθήλωση και τις απολύσεις. Μέσα από μια σειρά κειμένων υπογραφών, απεργιακών κινητοποιήσεων, ενεργειών άρνησης υλοποίησης των εντολών εφαρμογής της αυτοαξιολόγησης και της αξιολόγησης ο Κλάδος των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αντιστάθηκε δυναμικά και απάντησε με τη στάση του στις μεθοδεύσεις του Υπουργείου Παιδείας όταν με νομοθετήματα ντροπή  (Νόμοι 3848, 4024, Π.Δ. 152 κτλ) επιχείρησε να χειραγωγήσει τους εκπαιδευτικούς.
Η δέσμευση για πλήρη κατάργηση όλου του θεσμικού πλαισίου της αξιολόγησης δίχως απόπειρες επαναφοράς της με έμμεσο ή άμεσο τρόπο είναι για το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. προαπαιτούμενο οποιασδήποτε συζήτησης. Απαιτούμε  από την πολιτεία το σεβασμό στο ρόλο και στις θέσεις του Κλάδου μας, την κατοχύρωση ακώλυτης βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης για όλους τους εκπαιδευτικούς καθώς και της αναγνώρισης και ενίσχυσης του επιστημονικού χαρακτήρα του έργου τους.
          
Προσχολική Αγωγή
Η θέσπιση της υποχρεωτικής φοίτησης για το ένα έτος προσχολικής αγωγής έγινε το 2006 έπειτα από αγώνες δεκαετιών. Η ικανοποίηση του αιτήματος της Δ.Ο.Ε. για την υποχρεωτική εφαρμογή της δίχρονης προσχολικής αγωγής ενώ είναι φανερό πως δεν ανήκει στις προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής που εφαρμόζεται, γίνεται αντικείμενο φτηνών επικοινωνιακών κόλπων από την πλευρά του Υπουργείου. Οι ανέξοδες εξαγγελίες του κ. Υπουργού για δίχρονη προσχολική αγωγή τη στιγμή που οι υπάρχουσες κτιριακές υποδομές είναι ανεπαρκείς (και σε ένα μεγάλο βαθμό ακατάλληλες) για την κάλυψη των αναγκών των νηπίων ενώ οι προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών είναι ζητούμενο δίχως απάντηση, φανερώνουν απόλυτη περιφρόνηση προς το θεμελιώδη ρόλο της προσχολικής αγωγής και το έργο των λειτουργών της.
Είναι αυτονόητο ότι δεν νοείται ως δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγή η έμμεση ιδιωτικοποίηση μέσω παροχής voucher προς τους γονείς των προνηπίων, κάτι  που μας βρίσκει απόλυτα αντίθετους. Η προσχολική αγωγή γενικεύεται μόνο μέσα από τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών και την πραγματοποίηση μόνιμων διορισμών ώστε να καλυφθούν πλήρως οι εκπαιδευτικές ανάγκες νηπίων και προνηπίων.
Το ζήτημα του ωραρίου των νηπιαγωγών παραμένει, σκόπιμα, δίχως θεσμοθέτηση.
Το αίτημά μας για τη  χορήγηση στις προϊσταμένες των πολυθέσιων νηπιαγωγείων επιδόματος θέσης ευθύνης ανάλογου με αυτού των διευθυντών σχολείων δε βρήκε ανταπόκριση στην εφαρμογή του νέου μισθολογίου .
Τα θέματα λειτουργίας των νηπιαγωγείων για τα οποία το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. απέστειλε  υπομνήματος από το Νοέμβριο του 2013 προς το Υπουργείο Παιδείας μέσα από το οποίο αναδεικνύονταν τα τεράστια προβλήματα που ταλανίζουν νήπια, εκπαιδευτικούς και γονείς στον πολύπαθο χώρο της προσχολικής αγωγής παραμένει αναπάντητο. Δεν έχει υπάρξει καμία απολύτως ανταπόκριση ενώ νέα προβλήματα έρχονται να προστεθούν καθημερινά. Το δημόσιο νηπιαγωγείο όχι μόνο δε βρίσκεται σε δρόμο ένταξης στις δομές του και των 60.000 προνηπίων που βρίσκονται κάθε χρόνο εκτός αλλά αδυνατεί να ανταποκριθεί ακόνη και στις ανάγκες των νηπίων που φοιτούν σε αυτό.
Διεκδικούμε:
•    Ενιαίο δεκατετράχρονο εκπαιδευτικό σχεδιασμό για όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης: Νηπιαγωγείο – Δημοτικό – Γυμνάσιο – Λύκειο.
•            Δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγή για όλα τα παιδιά ηλικίας 4-6 χρονών, στα Δημόσια Νηπιαγωγεία με την αναλογία 1 προς 15.
•            Άμεση έκδοση Υπουργικής Απόφασης για το ωράριο των νηπιαγωγών μετά τη θεσμοθέτησή του με το Ν. 4115/2013 λαμβανομένων υπ' όψιν των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν.
•            Ανέγερση νέων κτιριακών υποδομών, ικανών να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες της προσχολικής αγωγής και όπου υπάρχει η δυνατότητα να ιδρύονται πολυδύναμες μονάδες Νηπιαγωγείων.
•            Να προσδιοριστεί άμεσα η οργανικότητα των Νηπιαγωγείων αφού ληφθούν υπ' όψιν και οι ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας σύμφωνα με το Ν. 4115/13 και να αποδοθεί η οργανικότητα που αντιστοιχεί σε κάθε Νηπιαγωγείο ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών.
•            Τα ολοήμερα Νηπιαγωγεία να λειτουργούν μέσα από τις κατάλληλες κτιριακές και υλικοτεχνικές υποδομές, με το κατάλληλο βοηθητικό προσωπικό.
•            Ειδική μέριμνα για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στα Νηπιαγωγεία.
•            Ίδρυση τμημάτων ένταξης σε όλα τα Νηπιαγωγεία και στελέχωσή τους με νηπιαγωγούς Ειδικής Αγωγής, ανεξάρτητα από τον αριθμό των νηπίων.
•            Ίδρυση νέων Νηπιαγωγείων και τον άμεσο διορισμό των απαιτούμενων Νηπιαγωγών.
•            Εξασφάλιση της δωρεάν μεταφοράς νηπίων και προνηπίων.
Λέμε όχι:
•            Στην πρόωρη αποχώρηση των νηπίων που φοιτούν στα ολοήμερα Νηπιαγωγεία.
•            Στην αποκέντρωση του Νηπιαγωγείου σε Δημοτικούς ή Ιδιωτικούς Οργανισμούς εκπαίδευσης και σε φορείς αναρμόδιους και επικίνδυνους για την παιδεία.


Ειδική Αγωγή
Την ώρα που ο Υπουργός Παιδείας αναγνωρίζει τη σημασία της Ειδικής Αγωγής, χιλιάδες παιδιά που έχουν απόλυτη ανάγκη των υπηρεσιών της βρίσκονται, κυριολεκτικά, κρυμμένα στο σπίτι τους.
Οι διαγνώσεις στα ΚΕΔΔΥ βαλτωμένες, τα Ειδικά Σχολεία πάντα υποστελεχωμένα, τα τμήματα ένταξης ανεπαρκή και η παράλληλη στήριξη (της οποίας οι φετινές προσλήψεις αντλούνται από τις πιστώσεις του επόμενου διδακτικού έτους) ελάχιστη μπροστά στον όγκο των περιπτώσεων που τη χρειάζονται. Η λήψη μέτρων για την μεταφορά των μαθητών στα ειδικά σχολεία ζητούμενο, όπως και η λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων ώστε οι οικογένειες των ΑμΕΑ και των ατόμων με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, να μην καταβάλλουν ούτε ένα ευρώ από την τσέπη τους για διάγνωση, διαφοροδιάγνωση, συμβουλευτική και αντιμετώπιση.
Μοναδική λύση, ένα νέο πλαίσιο δομής και λειτουργίας και φυσικά η δημιουργία νέων οργανικών θέσεων σε όλες τις δομές της Ειδικής Αγωγής με τον άμεσο μόνιμο διορισμό όλων των συναδέλφων αναπληρωτών.
  Άμεση είναι και η ανάγκη για πρόσληψη ειδικού εκπαιδευτικού και βοηθητικού προσωπικού σε όλες τις Σ.Μ.Ε.Α.Ε.
Τονίζουμε ότι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να εφοδιάζονται με επιμόρφωση, εισαγωγική και δια βίου σε θέματα και μεθόδους ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης καθώς και το ότι επιβάλλεται η επαναλειτουργία μετεκπαίδευσης για την Ειδική Αγωγή.
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. έχει καταθέσει στο πρόσφατο παρελθόν σειρά προτάσεων – θέσεων για την αναβάθμιση της Ειδικής Αγωγής τις οποίες και είναι έτοιμη να καταθέσει και πάλι σε μια αναλυτική συζήτηση που δε θα διεξάγεται με όρους επικοινωνιακούς αλλά θα έχει ως στόχο την ένταξη όλων των μαθητών που την έχουν ανάγκη, στις δομές της Ειδικής Αγωγής.

Πειθαρχικό δίκαιο
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. από την πρώτη στιγμή της εφαρμογής του προηγούμενου νομοθετικού πλαισίου είχε ζητήσει και, ξεκάθαρα, την κατάργησή του αφού αντί να επιλύει ζητήματα είχε χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο διώξεων και αυταρχισμού, στερούσε το τεκμήριο της αθωότητας και είχε οδηγήσει πάρα πολλούς εκπαιδευτικούς σε αργία ακόμη και για ασήμαντες ιδιωτικές διαφορές.    Χαιρετίσαμε αρχικά την ψήφιση του νόμου 4325/2015, πιστεύουμε όμως πως είναι απαραίτητη η υλοποίηση μιας πολύ σημαντικής μας πρότασης, αυτή της εξειδίκευσης κατά τρόπο περιοριστικό της έννοιας του πειθαρχικού παραπτώματος της χαρακτηριστικώς ανάξιας και αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς εντός και εκτός υπηρεσίας, ώστε να μην μπορεί να υπαχθεί στο αδίκημα κάθε συμπεριφορά είτε αφορά στον ιδιωτικό είτε στον υπηρεσιακό βίο του υπαλλήλου. Θα πρέπει, επίσης, να υπάρξει μέριμνα για την αντιμετώπιση του διαλυτικού, για την ομαλή λειτουργία των σχολείων, φαινομένου της, άκριτης, πειθαρχικής παραπομπής για κάθε σοβαρή ή μη καταγγελία που γίνεται εναντίον εκπαιδευτικών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Συγχωνεύσεις – καταργήσεις σχολικών μονάδων 
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. έλαβε από την πολιτική ηγεσία των κ.κ. Μπαλτά - Κουράκη τη διαβεβαίωση ότι θα επανεξετάζονταν οι συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων που από το 2011 και μετά, με πρόσχημα τη δημιουργία των σχολείων Ε.Α.Ε.Π. καθώς και τν «εξορθολογισμό» στην εκπαίδευση, οδήγησαν στην υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης με την αύξηση του αριθμού των μαθητών στα τμήματα και το κλείσιμο σχολικών μονάδων καίριας σημασίας για τις τοπικές κοινωνίες.
Δυστυχώς αντί της ικανοποίησης αυτού του αιτήματος και παρά τη διαβεβαίωση και του νυν Υπουργού ότι δεν πρόκειται, έστω, να υπάρξουν  νέες, ακούγονται «φήμες» για νέες συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων. Το κλίμα αυτό ενισχύεται, δυστυχώς,  και από σχετικές αναφορές στην αρθρογραφία κυβερνητικών βουλευτών που έχουν και την ιδιότητα του εκπαιδευτικού.
Η αύξηση του αριθμού των μαθητών στις τάξεις είναι καθημερινή πρακτική παραβίασης μορφωτικών και εργασιακών δικαιωμάτων που με το πρόσχημα της έλλειψης κονδυλίων για προσλήψεις εκπαιδευτικών τείνει να επαναφέρει στην πράξη το προ του 2006 απαράδεκτο καθεστώς του 1:30. Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. απαιτεί την άρση όλων των στρεβλώσεων που δημιουργήθηκαν από το 2011 κι έπειτα και τη δέσμευση όχι μόνο για τη διατήρηση και κατοχύρωση του 1:25 αλλά και τη δέσμευση για την περαιτέρω μείωση του αριθμού των μαθητών στις τάξεις, κάτι που μόνο θετικά αποτελέσματα θα αποφέρει στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Μετακινήσεις εκπαιδευτικών
Είναι πάγια, τα τελευταία χρόνια, η τακτική της διοίκησης για υποχρεωτικές μετακινήσεις εκπαιδευτικών, οι οποίοι προσχηματικά χαρακτηρίζονται ως πλεονάζοντες (αφού προηγουμένως αναστέλλεται η λειτουργία των δομών όπου εργάζονται όπως για παράδειγμα τα Ολοήμερα τμήματα και οι τάξεις υποδοχής ή συγχωνεύονται τάξεις στα σχολεία τους). Κατά τη φετινή χρονιά με τα χιλιάδες ακάλυπτα κενά παρουσιάστηκε και η πρωτοφανής πρακτική των «εθελοντικών» μετακινήσεων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (το πόσο εθελοντικές ήταν απορρέει εύκολα ως συμπέρασμα από την ιεραρχική θέση αυτών που δέχονταν να εξυπηρετήσουν την υπηρεσία).
Η εργασιακή ασφάλεια είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο για την ομαλή λειτουργία των σχολείων. Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. επανειλημμένα έχει καταγγείλει τέτοιου είδους μεθοδεύσεις ενώ έχει ακολουθήσει και τη νομική οδό για να αποτρέψει τέτοιου είδους ενέργειες. Ζητάμε από την πολιτική ηγεσία να δεσμευτεί για την ύπαρξη κλίματος εργασιακής ασφάλειας και σταθερότητας στις σχολικές μονάδες. Κάτι που δυστυχώς δε φαίνεται να προκύπτει από το πνεύμα εγγράφων περί της απαγόρευσης, επί της ουσίας, της ενισχυτικής διδασκαλίας αλλά και των «φημών» που ακούγονται για νέες μετακινήσεις το επόμενο χρονικό διάστημα.
Μετεκπαίδευση – επιμόρφωση
Την τελευταία πενταετία δεν υπάρχει καμία απολύτως μέριμνα της πολιτικής ηγεσίας για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών με ευθύνη της. Η διετής μετεκπαίδευση με απαλλαγή από τα διδακτικά καθήκοντα έχει καταργηθεί ενώ το ζητούμενο ήταν η γενίκευσή της για όλους τους εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. ζητά την άμεση επαναλειτουργία της μετεκπαίδευσης για όλους τους εκπαιδευτικούς, την επαναφορά επιμορφωτικών προγραμμάτων για τους εκπαιδευτικούς, τη λειτουργία τμημάτων εξομοίωσης στα πανεπιστήμια για τους αποφοίτους των διετών Παιδαγωγικών Ακαδημιών και Σχολών Νηπιαγωγών και τη συνέχιση των προγραμμάτων Επιμόρφωσης στις Νέες Τεχνολογίες Επιπέδου με δικαίωμα συμμετοχής των εκπαιδευτικών ειδικοτήτων και των αναπληρωτών εκπαιδευτικών.

Ολοήμερο σχολείο
Με έκπληξη ακούσαμε τις ανακοινώσεις του κ. Υπουργού Παιδείας ότι την επόμενη σχολική χρονιά όλα τα σχολεία θα λειτουργήσουν ως Ολοήμερα.
  Με δεδομένο ότι η Δ.Ο.Ε. πρωτοστάτησε στη δημιουργία του Ολοήμερου Σχολείου όντας παράλληλα ο μόνος φορέας (το Ι.Π.Ε.Μ. – Δ.Ο.Ε.) που μέσα από έρευνα κατέθεσε συμπεράσματα σχετικά με τη λειτουργία του, αισθανόμαστε ότι τέτοιου είδους ανακοινώσεις αποτελούν προσβολή της νοημοσύνης των εκπαιδευτικών.
Κατά τη φετινή χρονιά πλήθος Ολοήμερων τμημάτων δε λειτούργησαν ή υπολειτουργούν και οι προοπτικές για την επόμενη σχολική χρονιά είναι ακόμα χειρότερες.
Αυτή τη στιγμή το Ολοήμερο σχολείο στερείται ενιαίου χαρακτήρα και ξεκάθαρου προσανατολισμού. Λειτουργεί, με τον τρόπο με τον οποίο στελεχώνεται, ως παιδοφυλακτήριο, έχοντας μόνο  κοινωνικό ρόλο και στερούμενο του εκπαιδευτικού του χαρακτήρα.
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. αντιλαμβάνεται το Ολοήμερο σχολείο μόνο με την πλήρη του έννοια και λειτουργία. Με ρόλο, πρώτιστα παιδαγωγικό και στη συνέχεια κοινωνικό. Με όλα τα αντικείμενα που έχουν ανάγκη οι μαθητές, με έγκαιρο σχεδιασμό και όλους τους εκπαιδευτικούς στη θέση τους από την πρώτη ημέρα.
Αναλυτικά προγράμματα και βιβλία
Ένα από τα μεγάλα ζητήματα του σχολείου ώστε να είναι αποτελεσματικό είναι το να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μαθητών. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή δε συμβαίνει. Οι μαθητές πιέζονται αφόρητα υπό το βάρος ενός απίστευτου όγκου διδακτέας ύλης που ταυτόχρονα βρίσκεται σε απόλυτη αναντιστοιχία με το στάδιο νοητικής ανάπτυξης τους. Η πίεση πολλαπλασιάζεται από το γεγονός ότι τα βιβλία που έχουν στη διάθεσή τους έχουν συμπληρώσει μια δεκαετία στη σχολική πράξη δίχως κανείς επίσημος φορέας να έχει αποτυπώσει τα προβλήματα που έχουν ώστε να γίνουν οι απαραίτητες κινήσεις βελτίωσης (και πάλι μόνο η Δ.Ο.Ε. με μεγάλη έρευνα του Ι.Π.Ε.Μ. – Δ.Ο.Ε. είναι ο μόνος φορέας που κατέγραψε προβλήματα και προβληματισμούς το 2009, δίχως να βρει ανταπόκριση από την πολιτεία). 
Οι κινήσεις ανανέωσης αναλυτικών προγραμμάτων και βιβλίων με γνώμονα τις απόψεις των μάχιμων εκπαιδευτικών  και όχι συμβούλων και ομάδων ξεκομμένων από την εκπαιδευτική πράξη είναι η μόνη λύση ώστε το σχολικό πρόγραμμα και τα βιβλία να γίνουν αντίστοιχα των αναγκών των μαθητών.
 
Εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων του εξωτερικού
Αποτελεί επιτακτική ανάγκη η άμεση αναβάθμιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης στο εξωτερικό. Για το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. η στήριξή της αποτελεί υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας αφού αποτελεί μια άλλη έκφανση της δημόσιας παρεχόμενης εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
  Τα τελευταία χρόνια η εκπαίδευση των ελληνοπαίδων του εξωτερικού φαντάζει απολύτως εγκαταλειμμένη από την ελληνική πολιτεία. Είναι επιβεβλημένη η θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου με στόχο την αναβάθμιση των όρων λειτουργίας των εκπαιδευτικών  μονάδων  και την ενίσχυση της ελληνομάθειας.
Θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα στήριξής της με την επεξεργασία νέων αναλυτικών και ωρολογίων προγραμμάτων, με κατάλληλα βιβλία, εποπτικά μέσα και γενικότερα υποδομές, που θα στηρίζουν αποτελεσματικά την ελληνόγλωσση εκπαίδευση.
Απαραίτητη είναι και η ενίσχυση της Προσχολικής Αγωγής με ίδρυση νέων νηπιαγωγείων και στήριξη των υπαρχόντων καθώς και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών του εξωτερικού με έμφαση στην εκπαίδευση των ελληνοπαίδων.
Η Δ.Ο.Ε. θεωρεί επιβεβλημένη  την έγκαιρη ολοκλήρωση των αποσπάσεων των Εκπαιδευτικών στο εξωτερικό με σαφές και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα (π.χ. μέχρι τον Απρίλιο) ώστε τα σχολεία να είναι έγκαιρα στελεχωμένα καθώς και την αντικειμενικοποίηση του συστήματος υπηρεσιακών μεταβολών με γνώμονα τα ισχύοντα στην Ελλάδα.

Ο δικός μας «διάλογος»
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. έχει μια μακρά ιστορία αναζήτησης και προβληματισμού με επιστημονικά συνέδρια (τα περισσότερα σε συνεργασία με την Π.Ο.Ε.Δ. ,την οργάνωση των εκπαιδευτικών της Κύπρου) μέσα από τα οποία  τέθηκαν οι επιστημονικές βάσεις των θέσεών της για θεσμούς όπως το ολοήμερο σχολείο, η προσχολική αγωγή, η αξιολόγηση κλπ.
Την 1η Φεβρουαρίου ξεκίνησε από τις Σέρρες την  αποτύπωση μιας μεγάλης συζήτησης – αναζήτησης στο εσωτερικό του Κλάδου για το σχολείο όπως το οραματίζονται οι εκπαιδευτικοί, για το σχολείο που έχουν ανάγκη τα παιδιά μας. Άνοιξε μια μεγάλη και ουσιαστική διαδικασία με στόχο την κατάθεση των προτάσεων των εκπαιδευτικών για οτιδήποτε αφορά το δημόσιο σχολείο, προτάσεων που πηγάζουν από την αγωνία τους για την εκπαίδευση και όχι από την ανάγκη ευκαιριακών, επικοινωνιακών διαδικασιών (όπως έχει αποδειχθεί πως ήταν όλες οι διαδικασίες εθνικού διαλόγου μέχρι σήμερα και φαίνεται ότι θα είναι και η τρέχουσα). Αυτές οι προτάσεις θα έρθουν να εμπλουτίσουν και να ενισχύσουν τις αποφάσεις του Κλάδου ως ένα κομμάτι του αγώνα για την  αναμόρφωση της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. θα πράξει, όπως έκανε πάντοτε, οτιδήποτε είναι απαραίτητο ώστε να υπερασπιστεί το δημόσιο σχολείο, τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών αναδεικνύοντας τα πραγματικά σημαντικά ζητήματα και όχι αυτά που επιβάλλουν οι οδηγίες του ΟΟΣΑ και οι λογικές της αγοράς στην εκπαίδευση.




Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Το σχέδιο της κυβέρνησης για την κοινωνική ασφάλιση και οι θέσεις της ΑΔΕΔΥ

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ Α.Δ.Ε.Δ.Υ.
Ένα από τα βασικά στοιχεία του νέου Ασφαλιστικού που παρουσίασε προχτές και προωθεί άμεσα η Κυβέρνηση, είναι ότι θίγει τους πάντες: τους σημερινούς ασφαλισμένους, αυτούς που τώρα ετοιμάζονται να βγουν στη σύνταξη, αλλά και όλους τους σημερινούς συνταξιούχους. Τσακίζει ιδιαίτερα τη νέα γενιά, η οποία εξαιτίας των ελαστικών μορφών απασχόλησης και των δραματικά μειωμένων αποδοχών είναι αμφίβολο αν και πότε θα πάρει σύνταξη.
Βασικό στοιχείο είναι η βίαιη, άμεση κατάργηση του μεταβατικού χαρακτήρα εφαρμογής σε βάθος 35ετίας του Ν.3863/2010 (Λοβέρδου – Κουτρουμάνη).
Παρατήρηση: O Νόμος 4336/2015 (τρίτο μνημόνιο) αναφέρεται στην άμεση εφαρμογή του Ν3863/2010 ως έχε, χωρίς, δηλαδή, την κατάργηση της μεταβατικής περιόδου για την πλήρη εφαρμογή του (υπάρχει σωρεία υπουργικών αποφάσεων και εγκυκλίων το τελευταίο τρίμηνο που αφορούν σ’ αυτή την εφαρμογή και θα είναι πλέον άχρηστες). Εκτός όμως από το «μεταρρυθμιστικό ζήλο» της Κυβέρνησης είναι ο προεκλογικός εμπαιγμός για τα δήθεν ισοδύναμα και οι υπόλοιπες νέες δεσμεύσεις του μνημονίου που πρέπει να ενσωματωθούν  οι οποίες οδηγούν στην  επίσπευση  της εφαρμογής του.
Ο Νόμος αυτός, έρχεται να προστεθεί στη νομιμοποίηση των προηγούμενων αντιασφαλιστικών νόμων, στην αύξηση των ορίων ηλικίας στα 67 χρόνια ή στα 62 με 40 χρόνια εργασίας, στην αύξηση των εισφορών για την περίθαλψη, στους ήδη συνταξιούχους καθώς και στις περικοπές για τις δαπάνες για συντάξεις κατά 1,8 δις από τον προϋπολογισμό. Πρόκειται για μια συνολική αντεργατική – αντιασφαλιστική αναδιάρθρωση, όχι απλά για κάποια νέα μέτρα που προστίθενται στα προηγούμενα, που διαλύει ότι έμεινε όρθιο από το Δημόσιο αλληλέγγυο ασφαλιστικό σύστημα, μετατρέποντάς το σε ανταποδοτικό με κατεύθυνση να γίνει πλήρως κεφαλοποιητικό.
Για όλες τις κατηγορίες ασφαλισμένων και συνταξιούχων, σημερινών και μελλοντικών, θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες, προσαρμοσμένοι στους δημοσιονομικούς στόχους της Κυβέρνησης, κάτι που σημαίνει μειώσεις σε παροχές και συντάξεις για όλους, δηλαδή ενοποίηση και εξίσωση στη φτώχεια και στην εξαθλίωση. Οι ενιαίοι κανόνες επιτυγχάνονται τόσο με τον επανυπολογισμό των συντάξεων που ήδη αποδίδονται, όσο και με την παραπέρα ενοποίηση των Ταμείων σε ένα υπερ-Ταμείο, με την επωνυμία Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ).
Είναι επίσης βέβαιο ότι το νομοθέτημα που θα φτάσει τελικά στη Βουλή, θα είναι ακόμα χειρότερο από την πρόταση της Κυβέρνησης, καθώς μεσολαβεί η διαπραγμάτευση με την Τρόικα. Ταυτόχρονα τα μέτρα που θα περιλαμβάνει το νέο ασφαλιστικό δεν θα εξαντληθούν με την ψήφισή του, αλλά θα παίρνονται και νέα μέτρα, εάν απαιτείται από τους δημοσιονομικούς στόχους.
Για αυτό, παραμένουν ανοιχτές κρίσιμες παράμετροι του νέου συστήματος, όπως το αν τελικά η «εθνική σύνταξη» θα δίνεται με εισοδηματικά (ή και άλλα) κριτήρια, αν θα υπάρξει αύξηση των αναγκαίων ημερών ασφάλισης από τις 4.500 στις 6.000, για την κατώτερη σύνταξη, αν και από πού θα προέλθουν τα επιπλέον έσοδα για το σύστημα της Ασφάλισης, αν θα καταληχθεί η αύξηση της εργοδοτικής εισφοράς για τις επικουρικές και αν όχι, από πού θα βρεθούν τα προϋπολογιζόμενα κονδύλια. Οι δανειστές έχουν ήδη καταθέσει την ένστασή τους για τη διατήρηση του θεσμού του εφάπαξ που δεν υπάρχει αλλού στην ευρωζώνη.
Με το σχέδιο που παρουσίασε η Κυβέρνηση αλλάζει προς το χειρότερο τον αντιασφαλιστικό Νόμο 3863/2010 (Λοβέρδου – Κουτρουμάνη), με τον οποίο για πρώτη φορά η σύνταξη «έσπασε» στα δύο: ένα τμήμα της καταβάλλεται υπό προϋποθέσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό και το άλλο προκύπτει αναλογικά προς τα χρόνια ασφάλισης και το μισθό του ασφαλισμένου.
Το άθροισμα αυτών των δύο τμημάτων, που στο σχέδιο της Κυβέρνησης ονομάζονται «εθνική» και «ανταποδοτική» σύνταξη, είναι η κύρια σύνταξη και πάνω εκεί προστίθεται η επικουρική. Η εθνική σύνταξη ορίζεται από την Κυβέρνηση στα 384 ευρώ.
Ας δούμε ορισμένες από τις βασικές παραμέτρους του κυβερνητικού σχεδίου για το Ασφαλιστικό:
1. Ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων
Οι συντάξεις που θα αποδίδονται στο εξής, θα είναι μειωμένες σε σχέση με τις σημερινές κατά 15% με 30%, αλλά και σε σχέση με εκείνες που θα δίνονταν με το Ν3863/2010. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους:
  • Επειδή τα ποσοστά αναπλήρωσης στην κυβερνητική πρόταση «βυθίζονται» στο 38,68% για τα 35 χρόνια Ασφάλισης, όταν στο ισχύον σύστημα έφταναν το 70% και στον Ν3863/2010 το 45,85%.
  • Επειδή τα ποσοστά αυτά θα υπολογίζονται και σε πολύ μικρότερο συντάξιμο μισθό, αφού αυτός πλέον θα είναι ο μέσος μισθός ολόκληρου του εργάσιμου βίου και όχι της τελευταίας πενταετίας  που ίσχυε πριν.
Υπενθυμίζουμε ότι με το σύστημα που ίσχυε μέχρι το 2007, ο ασφαλισμένος έβγαινε σε σύνταξη με το 80% του τελευταίου μισθού. Από το 2007 μέχρι το 2013 με το 70% του μισθού της τελευταίας πενταετίας και από εκεί και πέρα, με βάση το Νόμο Λοβέρδου (ποσοστό αναπλήρωσης 45,85%).
Παράδειγμα: Με το παλιό σύστημα, ένας μισθωτός που είχε 35 χρόνια υπηρεσίας, με μισθό την τελευταία πενταετία γύρω στα 1.500 ευρώ, το ποσοστό αναπλήρωσης ήταν 70% και η αποδιδόμενη σύνταξη 1.040 ευρώ. Με το νέο σύστημα, επειδή πλέον θα υπολογίζονται οι μισθοί όλου του εργάσιμου βίου και όχι της τελευταίας μόνο πενταετίας, ο συντάξιμος μισθός του εργαζόμενου θα είναι μόλις 1.026 ευρώ. Το ποσοστό αναπλήρωσης από το 70%, με βάση την κυβερνητική πρόταση θα είναι για τα 35 χρόνια Ασφάλισης, μόλις 38,68%! Έτσι το ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης θα είναι μόλις 396 ευρώ.
Η προσθήκη σε αυτό το ποσό της «εθνικής» σύνταξης των 384 ευρώ οδηγεί σε τελικό ποσό σύνταξης στα 780 ευρώ! Δηλαδή, η σύνταξη που βγαίνει με το νέο σύστημα είναι μειωμένη κατά 25%! Σημειώνεται ότι με βάση το Ν.3863/2010, για τον ίδιο εργαζόμενο, η ανταποδοτική σύνταξη θα ήταν 470 ευρώ (ποσοστό αναπλήρωσης 45,85%) και η «εθνική» είχε οριστεί στα 360 ευρώ. Δηλαδή, η συνολική σύνταξη – στην πλήρη ωρίμανση του συστήματος – θα ήταν μόλις 830 ευρώ και σε σχέση με το παλαιό σύστημα 20% μικρότερη. Έτσι, και τα δύο συστήματα οδηγούν σε πολύ μικρότερες συντάξεις.
2. Χαντάκωμα για τη νέα γενιά και για συντάξεις αναπηρίας
Τα επίπεδα συντάξεων που περιγράφονται πιο πάνω, προκύπτουν σε εργαζόμενους με 35 χρόνια Ασφάλισης. Η εικόνα γίνεται ακόμα χειρότερη για εργαζόμενους που δεν θα μπορούν να εξασφαλίζουν αυτά τα ένσημα. Ειδικά για τις νέες γενιές, που εργάζονται σε συνθήκες «ευελιξίας», το τμήμα της «ανταποδοτικής σύνταξης» θα είναι μηδαμινό.
Παράδειγμα: Στην περίπτωση 15ετίας, που είναι σήμερα το όριο για να βγει κάποιος στη σύνταξη (4.500 ένσημα), το ποσοστό αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης θα είναι μόλις 12%. Δηλαδή, σε έναν συντάξιμο μισθό των 1.000 ευρώ, το ανταποδοτικό τμήμα θα ανέρχεται μόλις στα 120 ευρώ! Βέβαια, με τις σημερινές εργασιακές σχέσεις, είναι από δύσκολο έως αδύνατο κάποιος εργαζόμενος να διαμορφώσει στη 15ετία συντάξιμο μισθό 1.000 ευρώ. Επομένως, το 12% της ανταποδοτικής θα υπολογίζεται σε πολύ μικρότερους συντάξιμους μισθούς και θα οδηγεί κυριολεκτικά σε συντάξεις πείνας.
Οι κατασκευαστές του νέου αντιλαϊκού συστήματος ισχυρίζονται ότι σε αυτές τις περιπτώσεις των εξευτελιστικών ανταποδοτικών συντάξεων θα «σώζει» την κατάσταση η προσθήκη της «εθνικής» σύνταξης των 384 ευρώ. Όμως, η λεγόμενη «εθνική σύνταξη» και στα δύο συστήματα (στον Ν3863/2010 και στην πρόταση της Κυβέρνησης) δινόταν και θα δίνεται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Έτσι, σύμφωνα με την πρόταση της Κυβέρνησης, η «εθνική σύνταξη» θα δίνεται ολόκληρη, μόνο εάν ο δικαιούχος έχει τουλάχιστον 40 χρόνια παραμονής στη χώρα μας και έχει συμπληρώσει το 67ο έτος. Θα είναι επίσης μειωμένη στην περίπτωση αναπηρίας, ανάλογα με το ποσοστό αναπηρίας του δικαιούχου, θα μειώνεται στην περίπτωση των «πρόωρων» συνταξιοδοτήσεων όπως και στις περιπτώσεις δικαιώματος λόγω θανάτου, αλλά και διπλής σύνταξης.
Αυτό σημαίνει ότι στις περιπτώσεις αναπηρίας – που μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε – ο ασφαλισμένος που χάνει την ικανότητα προς εργασία θα μένει «επί ξύλου κρεμάμενος». Είναι ενδεικτικό ότι με ποσοστό αναπηρίας από 50% έως 67% ο ασφαλισμένος θα λαμβάνει μόνο το 50% της «εθνικής», ενώ με ποσοστό αναπηρίας από 67% έως 79% θα λαμβάνει το 75% της «εθνικής» σύνταξης! Σε τέτοιες οδυνηρές καταστάσεις θα βρεθούν οι ασφαλισμένοι με δεδομένο ότι το νέο σύστημα δεν προβλέπει ούτε κατώτερα όρια συντάξεων.
3. Επανυπολογισμός των ήδη αποδιδόμενων συντάξεων
Ο παραπάνω τρόπος υπολογισμού των συντάξεων θα εφαρμοστεί και στις ήδη αποδιδόμενες συντάξεις, οι οποίες θα επανυπολογιστούν. Βέβαια, όταν μιλάμε για τις σημερινές συντάξεις, δεν εννοούμε αυτές που απέδιδε το σύστημα πριν από το 2010, αλλά αυτές που διαμορφώθηκαν μετά τις απανωτές περικοπές της τελευταίας πενταετίας. Μιλάμε, δηλαδή, για συντάξεις πετσοκομμένες μέχρι και κατά 40% σε σχέση με πριν από πέντε χρόνια.
Αυτές οι συντάξεις προβλέπεται τώρα να μειωθούν κι άλλο, μετά τον επανυπολογισμό τους, με τα νέα κριτήρια που εφαρμόζονται πλέον ενιαία για παλιούς και μελλοντικούς συνταξιούχους.
Μπροστά σ” αυτήν την πραγματικότητα, η Κυβέρνηση προσπαθεί να ελιχθεί, για να μετριάσει τις αντιδράσεις. Γι” αυτό μεταθέτει στο 2018 και συγκεκριμένα μετά τον Ιούλιο, οπότε λήγει το τρέχον «πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής», την ονομαστική μείωση των συντάξεων που παίρνουν οι σημερινοί συνταξιούχοι. Συγκεκριμένα, το σχέδιο προβλέπει ότι:
  • Αν μετά τον επανυπολογισμό των ήδη αποδιδόμενων συντάξεων προκύψει μείωση κάτω ακόμα και από τα σημερινά άθλια επίπεδα, η σύνταξη θα συνεχίσει να αποδίδεται στο σημερινό της ύψος, το οποίο να σημειωθεί ότι είναι μειωμένο κατά 40% σε σχέση με το 2009. Η Κυβέρνηση ονομάζει αυτό το τρικ «προσωπική διαφορά», η οποία όμως παύει σταδιακά να υπάρχει μετά τον Ιούλιο του 2018, οπότε οι μειώσεις που προκύπτουν από τον επανυπολογισμό θα ενσωματωθούν κανονικά στις ήδη αποδιδόμενες συντάξεις.
Υποτίθεται ότι, μετά τον Ιούλιο του 2018, θ’ αρχίσει να καταβάλλεται η προσωπική διαφορά και ο εναρμονισμός με τις νέες συντάξεις, θα πραγματοποιηθεί σταδιακά μέσω των αυξήσεων που θα λαμβάνουν οι τελευταίες μετά τη λήξη του μεσοπρόθεσμου, κατά τα πρότυπα του νέου μισθολογίου.
Παράδειγμα: Εάν ένας παλιός συνταξιούχος παίρνει σήμερα 800 ευρώ σύνταξη και με τον επανυπολογισμό προκύπτει σύνταξη 700 ευρώ, θα συνεχίσει να παίρνει τα 800 ευρώ μέχρι και το 2018. Από εκεί και πέρα, η σύνταξη θα προσαρμόζεται σταδιακά στα 700 ευρώ.
  • Επίσης, αν οι νέες συντάξεις που θα δοθούν την τριετία 2016 – 2018 είναι μικρότερες από αυτές που δίνει το ισχύον σύστημα σε ποσοστό μεγαλύτερο του 20%, η Κυβέρνηση «κάνει σκόντο» και βάσει του σχεδίου της δεσμεύεται να καταβάλλει μέρος αυτής της διαφοράς ως «προσωπική διαφορά», μέχρι και το 2018. Με αυτόν τον τρόπο πάει να «μαλακώσει» τις μεγάλες μειώσεις που συνεπάγεται για τους νέους συνταξιούχους το νέο σύστημα. Μετά τον Ιούλιο του 2018, η σύνταξη θα δίνεται στα επίπεδα που προβλέπει ο νέος δυσμενέστερος υπολογισμός.
Παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ένας ασφαλισμένος θα βγει στη σύνταξη μέσα στο 2016. Αν με το παλιό σύστημα δικαιούνταν σύνταξη 1.000 ευρώ και με το νέο 800 ευρώ (μείωση 20%), τότε μέχρι και το 2018 θα παίρνει 900 ευρώ (το μισό της διαφοράς του 20%). Από εκεί και πέρα, η σύνταξή του θα προσαρμοστεί στα 800 ευρώ. Ανάλογα «τρικ», με μικρότερη όμως «προσωπική διαφορά» (1/3 και 1/4 αντίστοιχα), προβλέπονται για όσους βγουν στη σύνταξη το 2017 και το 2018.
Σε κάθε περίπτωση, με το σχέδιό της, η Κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. μονιμοποιεί, αλλά και νομιμοποιεί όλες τις μέχρι τώρα αυθαίρετες περικοπές που είχαν επιβάλλει οι κυβερνήσεις ΠΑ.ΣΟ.Κ – Ν.Δ., και ταυτόχρονα «χτίζει» έναν νέο μηχανισμό για την παραπέρα μείωση όλων των συντάξεων.
4. Επικουρικές: Αύξηση εισφορών για αμφίβολες συντάξεις
Με το σχέδιο της Κυβέρνησης επιβάλλεται αύξηση των εισφορών στον κλάδο της επικουρικής σύνταξης κατά 1,5 μονάδα. Έτσι, από 1/1/2016 και μέχρι την 31/12/2018, το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) όλων των μισθωτών ασφαλισμένων, καθορίζεται σε ποσοστό 3,5% για τον ασφαλισμένο και σε ποσοστό 4% για τον εργοδότη, από 3% και 3% σήμερα. Παραμερίζεται η αρχική κυβερνητική πρόταση για αύξηση εισφορών και στις κύριες συντάξεις.
Θυμίζουμε ότι για την εργοδοσία, οι εισφορές μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια κατά 3,9 ολόκληρες μονάδες. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, μετά το πέρας της τριετίας, η μηνιαία εισφορά επανέρχεται στο σημερινό ύψος της, αλλά έως τότε, βέβαια, «έχει ο Θεός»…
Και ενώ επιβάλλεται αύξηση στην εισφορά για την επικουρική σύνταξη, το σχέδιο της Κυβέρνησης διατηρεί όλες τις αντιλαϊκές διατάξεις προηγούμενων νόμων, όπως η διαμόρφωση του ύψους της σύνταξης με βάση τα δημογραφικά δεδομένα (και προσδόκιμο επιβίωσης!). Με άλλα λόγια, ετησίως θα προϋπολογίζεται ένα συγκεκριμένο ποσό για επικουρικές συντάξεις (το ύψος του θα εξαρτάται από τις αντοχές της καπιταλιστικής οικονομίας), που θα μοιράζεται στους δικαιούχους.
Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των δικαιούχων, τόσο μικρότερη επικουρική σύνταξη θα αναλογεί στον καθένα. Το ποσοστό αναπλήρωσης καθορίζεται σε 0,45% για κάθε χρόνο Ασφάλισης. Δηλαδή, για να πιάσει κάποιος το προηγούμενο ποσοστό αναπλήρωσης που ήταν 20%, θα πρέπει να δουλεύει 44,5 χρόνια! Επίσης, το 20% υπολογιζόταν επί του τελευταίου συντάξιμου μισθού, αν δούλευε στο Δημόσιο, ή επί του μέσου όρου των συντάξιμων αποδοχών της καλύτερης πενταετίας των τελευταίων 10 χρόνων στον Ιδιωτικό Τομέα. Τώρα θα υπολογίζεται επί του μέσου όρου των συντάξιμων αποδοχών όλου του εργάσιμου βίου.
6. Σφαγή σε ΕΚΑΣ – Εφάπαξ – ΜΤΠΥ – παροχές Ταμείων
Μαζί με τον επανυπολογισμό των ήδη αποδιδόμενων συντάξεων, η Κυβέρνηση προχωρά και στη σταδιακή κατάργηση του ΕΚΑΣ. Μετά το 2019 δεν θα καταβάλλεται σε κανέναν συνταξιούχο και συνολικά οι χαμηλοσυνταξιούχοι χάνουν περίπου 1 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Για τις εφάπαξ παροχές καθιερώνεται νέος μαθηματικός τύπος, σύμφωνα με τον οποίο οι μειώσεις θα κυμανθούν από 10% έως 15%, ενώ για τα μερίσματα του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων αυτές θα υπερβούν το 30%.
Όσον αφορά την οργανωτική δομή, η Κυβέρνηση προχωρά στη δημιουργία ενός υπερ-Ταμείου, αναδρομικά από 1/1/2016, όπου υπάγονται όλα τα Ταμεία κύριων συντάξεων, μαζί με τα Ταμεία Πρόνοιας που απέδιδαν τα εφάπαξ, τα οποία και αυτά θα μειωθούν. Ταυτόχρονα, στο ίδιο Ταμείο υπάγονται και τα Ταμεία και οι κλάδοι που δίνουν παροχές σε χρήμα λόγω ασθένειας ή άλλα βοηθήματα.
Στο νέο υπερ-Ταμείο κύριας Ασφάλισης, που θα εμπεριέχει ως ξεχωριστές διευθύνσεις και τους τομείς παροχής εφάπαξ, θα ισχύουν στο εξής κοινοί κανόνες υπολογισμού των συντάξεων. Εννοείται, βέβαια, ότι μέσω αυτής της τεχνητής ενοποίησης – μαμούθ, πέραν των προβλημάτων λειτουργικότητας, το κύριο είναι ότι θα επιδιωχθεί η αποψίλωση όλων των παροχών προς τους ασφαλισμένους που έδιναν μέχρι τώρα τα Ταμεία, με τη δημιουργία νέων κανονισμών παροχών.
Συνέπεια της δημιουργίας του νέου υπερ-Ταμείου θα είναι η λεηλασία όσων αποθεματικών έχουν απομείνει σε κάποια επιμέρους Ταμεία και η σταδιακή μετατροπή του νέου φορέα σε μια υποτυπώδη, υποβαθμισμένη κρατική δομή αφού πλέον η ιδιωτική ασφάλιση θα κληθεί να  υποκαταστήσει την Κοινωνική Ασφάλιση.
Οι ασφαλισμένοι, δηλαδή, λόγω και της δραματικής συρρίκνωσης των συντάξεών τους, θα αναγκάζονται ουσιαστικά κι εφόσον αντέχουν οικονομικά να καταφύγουν στην ιδιωτική ασφάλιση για να έχουν στοιχειώδεις παροχές υγείας ή στοιχειώδεις συνθήκες επιβίωσης στα γεράματα. Ενισχύονται με αυτόν τον τρόπο το κεφάλαιο και οι ιδιωτικοί επιχειρηματικοί όμιλοι των ασφαλιστικών πολυεθνικών και των παροχών υγείας. Η ασφάλιση από συλλογικό δικαίωμα και εργατική κατάκτηση, μετατρέπεται σε ατομική υποχρέωση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κυβέρνηση έσπευσε να καταθέσει στη Βουλή (4/1/2016) το πρώτο νομοσχέδιο της χρονιάς για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ για τη Φερεγγυότητα ΙΙ. Κυρίαρχο στοιχείο της οδηγίας είναι οι αυστηρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις ασφαλιστικές εταιρείες (και τις εταιρείες αντασφάλισης – που εγγυώνται δηλαδή την κάλυψη των ζημιών τους), γεγονός που μαθηματικά οδηγεί σε εξαγορές – συγχωνεύσεις από τους μεγάλους ομίλους του κλάδου, δηλαδή σε μεγαλύτερη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, για να μπορούν να ανταποκριθούν στις συνθήκες «αυξημένης πελατείας» που τροφοδοτεί η διάλυση των κοινωνικοασφαλιστικών συστημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για μεγαλύτερη διευκόλυνση της συγκέντρωσης αυτής, αίρονται όλοι οι περιορισμοί κίνησης κεφαλαίων και ελεύθερης εγκατάστασής τους στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανεξάρτητα από την χώρα καταγωγής τους, ενώ καθιερώνεται η ενιαία ευρωενωσιακή άδεια για όλες τις επιχειρήσεις του είδους και η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της ευρωενωσιακής «Ευρωπαϊκής Ρυθμιστικής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων».
Με τη δημιουργία αυτού του υπερ-Ταμείου είναι άμεσος ο κίνδυνος πλήρους οργανωτικής παραλυσίας και ταλαιπωρίας, των εργαζομένων και των εξυπηρετούμενων ασφαλισμένων, ενώ η διάχυση χρεών και ελλειμμάτων των πιο «προβληματικών» ταμείων θα έχει δραματικές συνέπειες για όλες τις συντάξεις. Τέτοιας έκτασης οργανωτικές αλλαγές στον υπόλοιπο κόσμο γίνονται με μεταβατική περίοδο 3 έως και 10 ετών και μετά από διάλογο με τους φορείς των εργαζομένων και των εργοδοτών.
Η κατάργηση των επιμέρους ασφαλιστικών οργανισμών που λειτουργούν στη βάση της απαραίτητης διάκρισης που αφορά στη συνάφεια της εργασιακής σχέσης των ασφαλισμένων και η «πολτοποίησή» τους στον ενιαίο φορέα, μετατρέπει ουσιαστικά το θεσμό της Κοινωνικής Ασφάλισης σε σύστημα παροχής, σε σύστημα κρατικής ασφάλισης. Ο διεκδικητικός και παρεμβατικός χαρακτήρας της Κοινωνικής Ασφάλισης στηρίζεται στην κοινή και ενιαία συνδικαλιστική έκφραση που προσδιορίζεται από αυτή τη συνάφεια. Έτσι διασφαλίζεται ο σεβασμός στα ιδιαίτερα  χαρακτηριστικά  που αφορούν κάθε επιμέρους ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό πλαίσιο. Ενθαρρύνει επίσης την ουσιαστική συμμετοχή των ασφαλισμένων σε όλα τα επίπεδα αυτής της διαδικασίας αποτελώντας την πεμπτουσία του «συλλογικού» που βρίσκεται γενικότερα υπό διωγμό, προκειμένου να αντικατασταθεί όχι από το «ατομικό» αλλά από το ισοπεδωμένο και απρόσωπο  «μεμονωμένο». Η αναγκαία «ταύτιση», η προσωπική οργανική σχέση και επαφή του ασφαλισμένου με τις τύχες του ασφαλιστικού του φορέα μετά από δεκαετίες υπονόμευσης από τη συνεχή, άστοχη και αποτυχημένη κρατική παρέμβαση και λεηλασία, επιχειρείται τώρα να καταργηθεί οριστικά με τον πιο βίαιο τρόπο.
Οι εργαζόμενοι παλεύουμε για:
  • Το καθολικό δικαίωμα στην Κοινωνική Ασφάλιση για όλους χωρίς προϋποθέσεις.
  • Αποκλειστικά Δημόσιο Ασφαλιστικό Σύστημα, που θα λειτουργεί με κριτήριο τις κοινωνικές ανάγκες. Η ασφάλιση δεν είναι εμπόρευμα.
  • Να πληρώσουν οι εργοδότες και το κράτος, την κρίση του ασφαλιστικού συστήματος.
  • Να έχουν ελεύθερα και χωρίς προϋποθέσεις δωρεάν περίθαλψη από ένα αποκλειστικά δημόσιο υγειονομικό σύστημα, όλοι οι πολίτες που διαμένουν στη χώρα Έλληνες ή μετανάστες, εργαζόμενοι ή άνεργοι.
  • Άμεση χρηματοδότηση όλων των Ταμείων (ΜΤΠΥ, ΕΤΕΑ, ΤΠΔΥ) για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τους δικαιούχους. Ανακεφαλαίωση των Ασφαλιστικών Ταμείων για αποκατάσταση των απωλειών λόγω του PSI. Ειδικά για το ΤΠΔΥ απαιτείται να συμπεριληφθούν οι συσσωρευμένες υποχρεώσεις του προς τους συνταξιούχους (800.000.000 ευρώ) στις ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου.
Απαιτούμε:
  • Να καταργηθούν όλοι οι αντιασφαλιστικοί νόμοι που ψηφίστηκαν τα τελευταία χρόνια (Σιούφα, Ρέππα, Πετραλιά κ.λπ.) και οι νομοθετικές ρυθμίσεις που προωθήθηκαν την πενταετία των μνημονίων.
  •  Να μην περάσουν τα βάρβαρα μέτρα του τρίτου μνημονίου και ο νέος νόμος της Κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α-ΑΝ.ΕΛ. για την ασφάλιση.
  • Να επιστραφούν στα Ασφαλιστικά Ταμεία τα αποθεματικά που υπεξαίρεσαν οι τράπεζες, οι εργοδότες και το κράτος: τα 70 δις ευρώ που λεηλατήθηκαν έως το 2010 και τα δεκάδες δις που χάθηκαν με τα δομημένα ομόλογα και το «κούρεμα» του PSI.
7. Μπορούμε να τους σταματήσουμε ! Υπάρχει άλλος δρόμος…
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν αγωνιστούμε να απαλλαγεί η Κοινωνική Ασφάλιση και η ζωή μας απ’ ό,τι εμποδίζει την ικανοποίηση των αναγκών μας.
Η Κοινωνική Ασφάλιση στη χώρα μας έχει προβλήματα, όχι λόγω υψηλών δαπανών της για συντάξεις, αφού αυτές έχουν μειωθεί δραστικά (35-50%) τα χρόνια των μνημονίων, αλλά λόγω της μείωσης των εσόδων της, εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών της λιτότητας. Επομένως, η Κοινωνική Ασφάλιση μπορεί να σωθεί και να αναβαθμιστεί, μόνον εφόσον καταργηθούν τα μνημόνια, διασφαλιστούν και αυξηθούν τα έσοδά της,  δηλαδή ΕΑΝ:
  • Μειωθεί η ανεργία με την κατάργηση των μνημονίων λιτότητας και την προώθηση ενός αναπτυξιακού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
  • Χτυπηθεί η εισφοροδιαφυγή και η ανασφάλιστη εργασία,  ώστε να αποδοθούν στην Κοινωνική Ασφάλιση ετησίως μέχρι 8 δις ευρώ πρόσθετοι πόροι.
  • Αρχίσουν να αυξάνονται οι μισθοί, με την αποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και τον δραστικό περιορισμό των ελαστικών και  άτυπων μορφών εργασίας προς όφελος της πλήρους και σταθερής.
  • Αυξηθεί η κρατική χρηματοδότησή της σύμφωνα με τις ανάγκες της και την υποχρέωση του κράτους, τουλάχιστον στα επίπεδα του 2012 (14 δις ευρώ ετησίως).
  • Ανακεφαλαιοποιηθεί, δηλαδή αποκατασταθεί, με συμπληρωματικούς δημόσιους πόρους, που θα προέλθουν από τη φορολόγηση των μεγάλων κερδών και του μεγάλου πλούτου, η διαχρονική λεηλασία των αποθεματικών της από τις κυβερνήσεις, τις τράπεζες και την εργοδοσία.
  • Αξιοποιείται με ασφάλεια και όχι με ρίσκο ή τζόγο η εναπομείνασα κινητή και ακίνητη περιουσία της.
  • Γίνει διαγραφή του δημοσίου χρέους της χώρας, ώστε να υπάρξουν οι αναγκαίοι δημόσιοι πόροι για την χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, των κοινωνικών πολιτικών και της ανάπτυξης.
Η Α.Δ.Ε.Δ.Υ. αγωνίζεται για ένα δημόσιο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης, εγγυημένων παροχών, αλληλέγγυο, αναδιανεμητικό και καθολικό. Γνωρίζουμε ότι για τα παραπάνω θα συναντήσουμε τη λυσσαλέα αντίδραση των δανειστών και της Ευρωζώνης.
Ανάμεσα, όμως, στον αργό μνημονιακό θάνατο της Κοινωνικής Ασφάλισης, των συνταξιούχων, των νέων και σε μία νέα ελπιδοφόρα αρχή σε ρήξη με τη χρεομηχανή και την Ευρωζώνη, που για τη χώρα μας ταυτίζεται με συνεχή λιτότητα, προτιμούμε το δεύτερο.
8. Ο οικονομικός και κοινωνικός ρόλος της Κοινωνικής Ασφάλισης
Οι θέσεις της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. για την Κοινωνική Ασφάλιση βασίζονται στην παραδοχή ότι :
  • Οι αλλεπάλληλες περικοπές συντάξεων και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, αντί να λύνουν τα προβλήματα της Κοινωνικής Ασφάλισης, τα οξύνουν και τα εδραιώνουν.
  • Οι εναλλακτικές πολιτικές πρέπει να διορθώνουν τις υπάρχουσες παθογένειες αλλά και να θέτουν τις βάσεις ενός συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, που θα ανακτήσει τα κοινωνικά και αναδιανεμητικά χαρακτηριστικά του.
  • Η μακροπρόθεσμη προοπτική της Κοινωνικής Ασφάλισης προϋποθέτει τη σύζευξη παρεμβάσεων άμεσης απόδοσης με τη συνολική παρέμβαση αναβάθμισης του κοινωνικού κράτους.
  • Ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την αναβάθμιση της Κοινωνικής Ασφάλισης πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα άμεσης απόδοσης για την ικανοποίηση των επειγουσών αναγκών των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων και των Ασφαλιστικών Ταμείων.
9. Η αντιμετώπιση της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας.
Η αξιοπιστία της Κοινωνικής Ασφάλισης στις σχέσεις της με τους ασφαλισμένους μπορεί να αποκατασταθεί πρωτίστως, εάν αντιμετωπιστούν άμεσα η έκταση αλλά και οι ρίζες της εισφοροδιαφυγής και της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας.
Θα πρέπει να καταργηθούν οι νομοθετικές διατάξεις, που:
  • αφήνουν «παραθυράκια» υπέρ της αδήλωτης εργασίας,
  • καθιερώνουν κανόνες εργασίας χωρίς δικαιώματα,
  • δυσχεραίνουν  τον έλεγχο των υπηρεσιών,
  • βάζουν εμπόδια στην είσπραξη βεβαιωμένων εισφορών,
  • αφήνουν ατιμώρητες, όσες επιχειρήσεις παραβιάζουν την εργατική και κοινωνικο-ασφαλιστική νομοθεσία.
Επίσης η Α.Δ.Ε.Δ.Υ. αγωνίζεται για:
  • την κατάργηση των  διατάξεων που προβλέπουν μειωμένες ή μηδενικές εργοδοτικές εισφορές (εισφοροαπαλλαγές),
  • τη θεσμοθέτηση των ίδιων ασφαλιστικών δικαιωμάτων με αυτά των πλήρως εργαζομένων για τους ελαστικά ή μερικά εργαζόμενους και για τους εργαζόμενους με συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας (βάουτσερ, προγράμματα κοινωφελούς εργασίας κ.λπ.).
Η ενίσχυση της γενικότερης επιχειρησιακής ικανότητας, της μηχανοργάνωσης και της στελέχωσης των ασφαλιστικών ταμείων και των δημοσίων ελεγκτικών υπηρεσιών (ΣΕΠΕ, ΕΥΠΕΑ κ.λπ.), η πλήρης νομική και υπηρεσιακή κάλυψη των ελεγκτών από ασύδοτους εργοδότες, η κωδικοποίηση και απλούστευση της ασφαλιστικής νομοθεσίας, με στόχο να θεσπιστεί Κώδικας Ασφαλιστικού Δικαίου, η έκδοση χρηστικού ασφαλιστικού οδηγού και η προώθηση μιας μεγάλης δημόσιας καμπάνιας ενημέρωσης των εργαζομένων για τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα μπορούν να ελαχιστοποιήσουν την ανασφάλιστη εργασία και την εισφοροδιαφυγή.
Ο εγγυητικός ρόλος του Κράτους στην Κοινωνική Ασφάλιση οφείλει να συνδυάζεται με αποτελεσματικές διαδικασίες κοινωνικού ελέγχου και την ενεργό ενημέρωση και συμμετοχή εκπροσώπων των ασφαλισμένων (μισθωτών, αγροτών και ελεύθερων επαγγελματιών) στη διαχείριση των Ταμείων, στη λήψη των αποφάσεων και στον γενικότερο σχεδιασμό πολιτικών για την Κοινωνική Ασφάλιση.
Από την Εκτελεστική Επιτροπή της Α.Δ.Ε.Δ.Υ.